ονειρεμένος

ονειρεμένος
η , ο см. ονειρευτός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ονειρεμένος" в других словарях:

  • ονειρεμένος — η, ο [ονειρεύομαι] 1. αυτός που μοιάζει με όνειρο 2. αυτός που εμφανίζεται σε όνειρο 3. μτφ. μαγευτικός, ωραιότατος, έξοχος, εξαίσιος («καὶ καρτερούν τα μάγια, που πάνε... τους ανθρώπους σ ονειρεμένους τόπους», Παλαμ.). επίρρ... ονειρεμένα με… …   Dictionary of Greek

  • ονειρεύομαι — ονειρεύομαι, ονειρεύτηκα, ονειρεμένος βλ. πίν. 18 Σημειώσεις: ονειρεύομαι : η μτχ. ονειρεμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο → τόσο ωραίος, ώστε να μοιάζει με όνειρο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»